λανολίνη

Λιπαρή ουσία που περιβάλλει τις ίνες του μαλλιού των ζώων. Εξάγεται με φυγοκέντρηση εν θερμώ του νερού που προέρχεται από το πλύσιμο του ακατέργαστου μαλλιού, του οποίου αποτελεί τα 20% έως 30% του βάρους. Με την κατάλληλη επεξεργασία λαμβάνεται σε διάφορους βαθμούς καθαρότητας, ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται, από τον τεχνικό τύπο, που έχει φαιό χρώμα και δριμεία και δυσάρεστη οσμή, έως τον καθαρότατο τύπο, που είναι άχρωμος και σχεδόν άοσμος. Αν και είναι γνωστή ως λίπος των μαλλιών, η λ. δεν είναι λίπος, αλλά μείγμα από κηρούς, αλκοόλες υψηλού μοριακού βάρους και αιθέρες. Τα κύρια λιπαρά οξέα που περιέχονται στη λ. είναι το παλμιτικό, το μελισσυλικό και σε μικρότερες αναλογίες το καπροϊκό, το ισοβαλεριανικό, το βουτυρικό, το μυριστικό και το στεατικό. Οι ελεύθερες ή ενωμένες αλκοόλες που περιέχει είναι η χοληστερίνη, η ισοχοληστερίνη και μελισσυλική αλκοόλη, εκτός από τις μικρές ποσότητες των παραπάνω. Η λ. διυλίζεται και εξαιτίας της σύστασής της δεν υπόκειται σε οξειδώσεις και σε ταγγίματα· είναι σχεδόν αδιάλυτη στην αλκοόλη και στους πολικούς διαλύτες, ενώ διαλύεται εύκολα στον αιθέρα, στο βενζόλιο και στους πετρελαιοειδείς διαλύτες. Έχει ανάλογη όψη με τη βαζελίνη, αλλά πιο συμπαγή και κηρώδη· έχει επίσης εξαίρετες γαλακτοποιητικές ιδιότητες και μπορεί να απορροφήσει σχεδόν 300% νερό χωρίς να χάσει τη συστατικότητά της. Για την ιδιότητά της αυτή και για τη μαλακτική και προστατευτική επίδρασή της στην επιδερμίδα, η λ. χρησιμοποιείται ευρύτατα στα καλλυντικά και στη φαρμακολογία ως συστατικό σε αλοιφές και σε πομάδες. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται και μερικά οξυαιθυλενικά παράγωγά της. Η κυριότερη χρήση της λ. είναι στη βιομηχανία λιπαντικών, όπου συμμετέχει ως συστατικό σε ειδικά προστατευτικά λίπη, εξαιτίας της ιδιότητάς της να προσκολλάται σταθερά στις μεταλλικές επιφάνειες. Τα λίπη της λ. αντέχουν στην αποπλυντική δράση της κακοκαιρίας και γι’ αυτό είναι ικανά να προφυλάξουν από τη σκωρίαση όπλα ή και μεταλλικές συσκευές αποθηκευμένες στην ύπαιθρο. Η λ. χρησιμοποιείται επίσης στην αρχαιολογία ως συστατικό των κηρών και των εγκαυστικών ουσιών, καθώς διαλυμένη σε εξάνιο αποτελεί το καλύτερο προϊόν για την επιδιόρθωση και διατήρηση δερμάτων και αρχαίων περγαμηνών.
* * *
η
χημ. ημιδιαφανής, κιτρινωπή, μαλακή και συνεκτική λιπαρή ουσία που παράγεται κατά τη διαδικασία καθαρισμού τού λίπους ή τού κηρού τού μαλλιού τών προβάτων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. lanolin < lan- (< λατ. lana «μαλλί») + ol (< λατ. oleum «λάδι») + -in. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λανολίνη — η (λ. γαλλ.), ουσία με λιπαρή υφή που εξάγεται από ακατέργαστο μαλλί προβάτου και χρησιμοποιείται για την παρασκευή καλλυντικών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κηροί — Μεγάλη ομάδα φυσικών ουσιών που αποτελείται από εστέρες ανώτερων λιπαρών οξέων με μονοσθενείς αλκοόλες μεγάλου μοριακού βάρους, των οποίων οι αλυσίδες είναι ευθείες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, πρόκειται για μείγματα, τα οποία –εκτός… …   Dictionary of Greek

  • λιπαντικά — Ευρύς όρος που περιλαμβάνει όλες τις ουσίες που είναι κατάλληλες για λίπανση (βλ. λ.). Κατάταξη των λ. Η κατάταξη των λ. μπορεί να γίνει σύμφωνα με διάφορα κριτήρια, όπως είναι η φυσική κατάσταση, η προέλευση, οι ειδικές χρήσεις τους κ.ά. Μία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.